δικός
•
- +που ανήκει σε κάποιον (Χρειάζεται επεξεργασία) Βικιλεξικό
- χωρίς την προσωπική αντωνυμίαπου είναι οικείος, κοντινός Βικιλεξικό
- δικοί και ξένοι
Ετυμολογία
δικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δικός < ελληνιστική κοινή ἰδικός < αρχαία ελληνική ἴδιος < ἕ + -δ- + -ιος
Άλλοι τύποι
δικάδικέδικέςδικήδικήςδικιάδικιάςδικοίδικούδικούςδικόδικόςδικών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →