ίδιος
•
- όμοιος με κάτι/κάποιον άλλο Βικιλεξικό
- οι δύο φίλες αποφάσισαν να φορέσουν για το αποκριάτικο πάρτι ίδιες στολές
- οι δύο πολιτικοί έχουν τις ίδιες ιδέες για το ζήτημα
- που δεν έχει αλλάξει καθόλου, αμετάβλητος Βικιλεξικό
- μετά από τοσα χρόνια τον αναγνώρισα αμέσως· έχει μείνει ίδιος κι απαράλλακτος
- οι δυο αδερφές είναι ίδιες, ολόιδιες!
- λόγιοπου χαρακτηρίζει με ιδιαίτερο τρόπο ένα άτομο, ανήκει σε αυτό ή προέρχεται από αυτό, δικός, προσωπικός Βικιλεξικό
- ιδία δαπάνη (με προσωπική δαπάνη)
- όμοιος (σε εκφράσεις) Βικιλεξικό
- του ιδίου φυράματος
Ετυμολογία
ίδιος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ἴδιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ίδιος | ίδια | ίδιο |
| Γενική | ίδιου | ίδιας | ίδιου |
| Αιτιατική | ίδιο | ίδια | ίδιο |
| Κλητική | ίδιε | ίδια | ίδιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ίδιοι | ίδιες | ίδια |
| Γενική | ίδιων | ίδιων | ίδιων |
| Αιτιατική | ίδιους | ίδιες | ίδια |
| Κλητική | ίδιοι | ίδιες | ίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →