διλημματικός
•
- μια κατάσταση, ενέργεια, αποτέλεσμα ενέργειας που προκαλεί διλήμματα Βικιλεξικό
- Οι διλημματικές καταστάσεις προκαλούν ενδοατομικές και κοινωνικές συγκρούσεις
- Τα διλημματικά μηνύματα που στέλνει η Ε.Ε. στην Ελλάδα
Ετυμολογία
διλημματικός < δίλημμα (από τη γενική διλήμματ(ος) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διλημματικός | διλημματική | διλημματικό |
| Γενική | διλημματικού | διλημματικής | διλημματικού |
| Αιτιατική | διλημματικό | διλημματική | διλημματικό |
| Κλητική | διλημματικέ | διλημματική | διλημματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διλημματικοί | διλημματικές | διλημματικά |
| Γενική | διλημματικών | διλημματικών | διλημματικών |
| Αιτιατική | διλημματικούς | διλημματικές | διλημματικά |
| Κλητική | διλημματικοί | διλημματικές | διλημματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →