διμήνι
•
- βοτανικήείδος σιταριού που ωριμάζει και θερίζεται δύο μήνες μετά τη σπορά του Βικιλεξικό
- Το διμήνι το σπέρνουν την άνοιξη.
Ετυμολογία
διμήνι < δίμηνος + -ι < αρχαία ελληνική δίμηνος < δι- + μήν < πρωτοελληνική *méns < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mḗh₁n̥s < *meh₁- (μετρώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διμήνι | διμήνια |
| Γενική | διμηνιού | διμηνιών |
| Αιτιατική | διμήνι | διμήνια |
| Κλητική | διμήνι | διμήνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →