δίμηνο
•
- η χρονική περίοδος δύο μηνών Βικιλεξικό
- Της πήρε κάνα δίμηνο ώσπου να καταλάβει. Οι Βρυξέλλες δεν ήταν Ελλάδα, εκεί τα διαπιστευτήρια ήταν διαφορετικά. Είμαι ενθουσιασμένος σήμαινε απλώς οκ, κάνεις για τη δουλειά. Στην αρχή έπαιρνε τοις μετρητοίς τα καλά τους λόγια, τις θερμές προσφωνήσεις, γρήγορα όμως κατάλαβε πως όλα ήταν τυπικά, φράσεις που τους είχαν διδάξει στα σεμινάρια με στόχο τις αγαστές συνεργασίες (Σοφία Νικολαΐδου, Δικά μας παιδιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
Ετυμολογία
δίμηνο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δίμηνος < αρχαία ελληνική δίμηνος < δι- + μήν < πρωτοελληνική *méns < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mḗh₁n̥s < *meh₁- (μετρώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίμηνο | δίμηνα |
| Γενική | δίμηνου / διμήνου | δίμηνων / διμήνων |
| Αιτιατική | δίμηνο | δίμηνα |
| Κλητική | δίμηνο | δίμηνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →