Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διμερής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει δύο μέρη, αφορά δύο μέρη, αποτελείται από δύο μέρη ή γίνεται ανάμεσα σε δύο μέρη, σε δύο πλευρές Βικιλεξικό
    • Είχε προηγηθεί στην Αθήνα η υπογραφή δυο εξίσου σημαντικών για την πορεία των διμερών σχέσεων Συμφωνιών, η μια για την εποχική απασχόληση εργατικού δυναμικού από τη Βουλγαρία και η άλλη για την επανεισδοχή στη Βουλγαρία προσώπων που εισήλθαν και παραμένουν παρανόμως στην Ελλάδα. (Βαλκανικά σύμμεικτα, τόμος 8, 1996, σελ. 270, 1996)

Ετυμολογία

διμερής < αρχαία ελληνική διμερής < δι- + μέρος < μείρομαι. Μορφολογικά αναλύεται σε δι- + -μερής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιμερήςδιμερήςδιμερές
Γενικήδιμερούςδιμερούςδιμερούς
Αιτιατικήδιμερήδιμερήδιμερές
Κλητικήδιμερή / διμερήςδιμερήςδιμερές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιμερείςδιμερείςδιμερή
Γενικήδιμερώνδιμερώνδιμερών
Αιτιατικήδιμερείςδιμερείςδιμερή
Κλητικήδιμερείςδιμερείςδιμερή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →