Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διμηνίτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ηλικία δύο μηνών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διμηνίτικος < δίμηνος + -ίτικος < αρχαία ελληνική δίμηνος < δι- + μήν < πρωτοελληνική *méns < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mḗh₁n̥s < *meh₁- (μετρώ)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιμηνίτικοςδιμηνίτικηδιμηνίτικο
Γενικήδιμηνίτικουδιμηνίτικηςδιμηνίτικου
Αιτιατικήδιμηνίτικοδιμηνίτικηδιμηνίτικο
Κλητικήδιμηνίτικεδιμηνίτικηδιμηνίτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιμηνίτικοιδιμηνίτικεςδιμηνίτικα
Γενικήδιμηνίτικωνδιμηνίτικωνδιμηνίτικων
Αιτιατικήδιμηνίτικουςδιμηνίτικεςδιμηνίτικα
Κλητικήδιμηνίτικοιδιμηνίτικεςδιμηνίτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →