διογκώνω
•
- αυξάνω τον όγκο σε κάτι Βικιλεξικό
- προκαλώ αύξηση σε κάτι πέρα από το λογικό μέτρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποδίδω σε κάτι μεγαλύτερη σπουδαιότητα από ό,τι έχει πραγματικά Βικιλεξικό
- τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης κατηγορήθηκαν ότι διόγκωσαν τα πρόσφατα γεγονότα
Ετυμολογία
διογκώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διογκ(ῶ), συνηρημένος τύπος του διογκόω + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διογκώνω | διογκώνεις | διογκώνει | διογκώνουμε | διογκώνετε | διογκώνουν / διογκώνουνε |
| Παρατατικός | διόγκωνα | διόγκωνες | διόγκωνε | διογκώναμε | διογκώνατε | διογκώναν / διογκώνανε / διόγκωναν |
| Αόριστος | διόγκωσα | διόγκωσες | διόγκωσε | διογκώσαμε | διογκώσατε | διογκώσαν / διογκώσανε / διόγκωσαν |
| Μέλλοντας | θα διογκώνω / θα διογκώσω | θα διογκώνεις / θα διογκώσεις | θα διογκώνει / θα διογκώσει | θα διογκώνουμε / θα διογκώσουμε | θα διογκώνετε / θα διογκώσετε | θα διογκώνουν / θα διογκώνουνε / θα διογκώσουν / θα διογκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διογκώσει | έχεις διογκώσει | έχει διογκώσει | έχουμε διογκώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διογκώσει | είχες διογκώσει | είχε διογκώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διογκώσει / να διογκώνω / να διογκώσω | να έχεις διογκώσει / να διογκώνεις / να διογκώσεις | να έχει διογκώσει / να διογκώνει / να διογκώσει | να έχουμε διογκώσει / να διογκώνουμε / να διογκώσουμε | να διογκώνετε / να διογκώσετε | να διογκώνουν / να διογκώνουνε / να διογκώσουν / να διογκώσουνε |
| Προστακτική | — | διόγκωνε / διόγκωσε | — | — | διογκώνετε / διογκώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διογκώθηκαδιογκώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →