Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διοικητικός

/ði.i.ci.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τη διοίκηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
  2. που υπηρετεί στη διοίκηση ή την ασκεί Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοο διοικητικός υπάλληλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διοικητικός < ελληνιστική κοινή διοικητικός < διοικητής < αρχαία ελληνική διοικέω / διοικῶ < διά + οἰκέω / οἰκῶ < οἶκος < ϝοῖκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woyḱos / *wéyḱs

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιοικητικόςδιοικητικήδιοικητικό
Γενικήδιοικητικούδιοικητικήςδιοικητικού
Αιτιατικήδιοικητικόδιοικητικήδιοικητικό
Κλητικήδιοικητικέδιοικητικήδιοικητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιοικητικοίδιοικητικέςδιοικητικά
Γενικήδιοικητικώνδιοικητικώνδιοικητικών
Αιτιατικήδιοικητικούςδιοικητικέςδιοικητικά
Κλητικήδιοικητικοίδιοικητικέςδιοικητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →