διοικητικός
•
- που σχετίζεται με τη διοίκηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
- που υπηρετεί στη διοίκηση ή την ασκεί Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοο διοικητικός υπάλληλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διοικητικός < ελληνιστική κοινή διοικητικός < διοικητής < αρχαία ελληνική διοικέω / διοικῶ < διά + οἰκέω / οἰκῶ < οἶκος < ϝοῖκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woyḱos / *wéyḱs
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διοικητικός | διοικητική | διοικητικό |
| Γενική | διοικητικού | διοικητικής | διοικητικού |
| Αιτιατική | διοικητικό | διοικητική | διοικητικό |
| Κλητική | διοικητικέ | διοικητική | διοικητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διοικητικοί | διοικητικές | διοικητικά |
| Γενική | διοικητικών | διοικητικών | διοικητικών |
| Αιτιατική | διοικητικούς | διοικητικές | διοικητικά |
| Κλητική | διοικητικοί | διοικητικές | διοικητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →