διοικώ
•
- ασκώ διοίκηση, διευθύνω Βικιλεξικό
- ... διακρίθηκε στις επιχειρήσεις στη Β. Αφρική κατά την υποχώρηση του Ρόμμελ, εντεταγμένος στις γαλλικές δυνάμεις υπό το στρατηγό Leclerc και αργότερα στο στρατιωτικό σώμα που διοικούσε ο Νεοζηλανδός στρατηγός Freyberg. (Σπύρος Γασπαράτος, Η Κατοχή: Η κατοχική περίοδος μέχρι τον Οκτώβριο 1943, τόμος 1, 1998 σελ. 548)
- για κράτοςκυβερνώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διοικώ < αρχαία ελληνική διοικέω / διοικῶ < διά + οἰκέω / οἰκῶ < οἶκος < ϝοῖκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woyḱos / *wéyḱs
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διοικώ | διοικείς | διοικεί | διοικούμε | διοικείτε | διοικούν / διοικούνε |
| Παρατατικός | διοικούσα | διοικούσες | διοικούσε | διοικούσαμε | διοικούσατε | διοικούσαν / διοικούσανε |
| Αόριστος | διοίκησα | διοίκησες | διοίκησε | διοικήσαμε | διοικήσατε | διοίκησαν / διοικήσαν / διοικήσανε |
| Μέλλοντας | θα διοικήσω / θα διοικώ | θα διοικήσεις / θα διοικείς | θα διοικήσει / θα διοικεί | θα διοικήσουμε / θα διοικούμε | θα διοικήσετε / θα διοικείτε | θα διοικήσουν / θα διοικήσουνε / θα διοικούν / θα διοικούνε |
| Παρακείμενος | έχω διοικήσει | έχεις διοικήσει | έχει διοικήσει | έχουμε διοικήσει | έχετε διοικήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διοικήσει | είχες διοικήσει | είχε διοικήσει | είχαμε διοικήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διοικήσει / να διοικήσω / να διοικώ | να έχεις διοικήσει / να διοικήσεις / να διοικείς | να έχει διοικήσει / να διοικήσει / να διοικεί | να έχουμε διοικήσει / να διοικήσουμε / να διοικούμε | να έχετε διοικήσει / να διοικήσετε / να διοικείτε | να διοικήσουν / να διοικήσουνε / να διοικούν / να διοικούνε |
| Προστακτική | — | διοίκει / διοίκησε | — | — | διοικήστε / διοικείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →