διοπτεύω
•
- αρχαιοπρεπέςπαρατηρώ, εξετάζω Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςρελεβάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διοπτεύω < αρχαία ελληνική διοπτεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διοπτεύω | διοπτεύεις | διοπτεύει | διοπτεύουμε | διοπτεύετε | διοπτεύουν / διοπτεύουνε |
| Παρατατικός | διόπτευα | διόπτευες | διόπτευε | διοπτεύαμε | διοπτεύατε | διοπτεύαν / διοπτεύανε / διόπτευαν |
| Αόριστος | διόπτευσα | διόπτευσες | διόπτευσε | διοπτεύσαμε | διοπτεύσατε | διοπτεύσαν / διοπτεύσανε / διόπτευσαν |
| Μέλλοντας | θα διοπτεύσω / θα διοπτεύω | θα διοπτεύεις / θα διοπτεύσεις | θα διοπτεύει / θα διοπτεύσει | θα διοπτεύουμε / θα διοπτεύσουμε | θα διοπτεύετε / θα διοπτεύσετε | θα διοπτεύουν / θα διοπτεύουνε / θα διοπτεύσουν / θα διοπτεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διοπτεύσει | έχεις διοπτεύσει | έχει διοπτεύσει | έχουμε διοπτεύσει | έχετε διοπτεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διοπτεύσει | είχες διοπτεύσει | είχε διοπτεύσει | είχαμε διοπτεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διοπτεύσει / να διοπτεύσω / να διοπτεύω | να έχεις διοπτεύσει / να διοπτεύεις / να διοπτεύσεις | να έχει διοπτεύσει / να διοπτεύει / να διοπτεύσει | να έχουμε διοπτεύσει / να διοπτεύουμε / να διοπτεύσουμε | να έχετε διοπτεύσει / να διοπτεύετε / να διοπτεύσετε | να διοπτεύουν / να διοπτεύουνε / να διοπτεύσουν / να διοπτεύσουνε |
| Προστακτική | — | διόπτευε / διόπτευσε | — | — | διοπτεύετε / διοπτεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →