Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διοπτεύω

ρήμα
•
  1. αρχαιοπρεπέςπαρατηρώ, εξετάζω Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςρελεβάρω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διοπτεύω < αρχαία ελληνική διοπτεύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιοπτεύωδιοπτεύειςδιοπτεύειδιοπτεύουμεδιοπτεύετεδιοπτεύουν / διοπτεύουνε
Παρατατικόςδιόπτευαδιόπτευεςδιόπτευεδιοπτεύαμεδιοπτεύατεδιοπτεύαν / διοπτεύανε / διόπτευαν
Αόριστοςδιόπτευσαδιόπτευσεςδιόπτευσεδιοπτεύσαμεδιοπτεύσατεδιοπτεύσαν / διοπτεύσανε / διόπτευσαν
Μέλλονταςθα διοπτεύσω / θα διοπτεύωθα διοπτεύεις / θα διοπτεύσειςθα διοπτεύει / θα διοπτεύσειθα διοπτεύουμε / θα διοπτεύσουμεθα διοπτεύετε / θα διοπτεύσετεθα διοπτεύουν / θα διοπτεύουνε / θα διοπτεύσουν / θα διοπτεύσουνε
Παρακείμενοςέχω διοπτεύσειέχεις διοπτεύσειέχει διοπτεύσειέχουμε διοπτεύσειέχετε διοπτεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα διοπτεύσειείχες διοπτεύσειείχε διοπτεύσειείχαμε διοπτεύσει——
Υποτακτικήνα έχω διοπτεύσει / να διοπτεύσω / να διοπτεύωνα έχεις διοπτεύσει / να διοπτεύεις / να διοπτεύσειςνα έχει διοπτεύσει / να διοπτεύει / να διοπτεύσεινα έχουμε διοπτεύσει / να διοπτεύουμε / να διοπτεύσουμενα έχετε διοπτεύσει / να διοπτεύετε / να διοπτεύσετενα διοπτεύουν / να διοπτεύουνε / να διοπτεύσουν / να διοπτεύσουνε
Προστακτική—διόπτευε / διόπτευσε——διοπτεύετε / διοπτεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →