διοπτρικός
•
- φυσικήο σχετικός με διόπτρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διοπτρικός < διόπτρα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διοπτρικός | διοπτρική | διοπτρικό |
| Γενική | διοπτρικού | διοπτρικής | διοπτρικού |
| Αιτιατική | διοπτρικό | διοπτρική | διοπτρικό |
| Κλητική | διοπτρικέ | διοπτρική | διοπτρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διοπτρικοί | διοπτρικές | διοπτρικά |
| Γενική | διοπτρικών | διοπτρικών | διοπτρικών |
| Αιτιατική | διοπτρικούς | διοπτρικές | διοπτρικά |
| Κλητική | διοπτρικοί | διοπτρικές | διοπτρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →