Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διοπτρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυσικήο σχετικός με διόπτρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διοπτρικός < διόπτρα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιοπτρικόςδιοπτρικήδιοπτρικό
Γενικήδιοπτρικούδιοπτρικήςδιοπτρικού
Αιτιατικήδιοπτρικόδιοπτρικήδιοπτρικό
Κλητικήδιοπτρικέδιοπτρικήδιοπτρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιοπτρικοίδιοπτρικέςδιοπτρικά
Γενικήδιοπτρικώνδιοπτρικώνδιοπτρικών
Αιτιατικήδιοπτρικούςδιοπτρικέςδιοπτρικά
Κλητικήδιοπτρικοίδιοπτρικέςδιοπτρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →