Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διορθωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται για να διορθώσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διορθωτικός < διορθώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιορθωτικόςδιορθωτικήδιορθωτικό
Γενικήδιορθωτικούδιορθωτικήςδιορθωτικού
Αιτιατικήδιορθωτικόδιορθωτικήδιορθωτικό
Κλητικήδιορθωτικέδιορθωτικήδιορθωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιορθωτικοίδιορθωτικέςδιορθωτικά
Γενικήδιορθωτικώνδιορθωτικώνδιορθωτικών
Αιτιατικήδιορθωτικούςδιορθωτικέςδιορθωτικά
Κλητικήδιορθωτικοίδιορθωτικέςδιορθωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →