επιδιορθωτικός
•
- που έχει σχέση με τον επιδιορθωτή ή την επιδιόρθωση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιδιορθωτικός < επιδιορθωτής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιδιορθωτικός | επιδιορθωτική | επιδιορθωτικό |
| Γενική | επιδιορθωτικού | επιδιορθωτικής | επιδιορθωτικού |
| Αιτιατική | επιδιορθωτικό | επιδιορθωτική | επιδιορθωτικό |
| Κλητική | επιδιορθωτικέ | επιδιορθωτική | επιδιορθωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιδιορθωτικοί | επιδιορθωτικές | επιδιορθωτικά |
| Γενική | επιδιορθωτικών | επιδιορθωτικών | επιδιορθωτικών |
| Αιτιατική | επιδιορθωτικούς | επιδιορθωτικές | επιδιορθωτικά |
| Κλητική | επιδιορθωτικοί | επιδιορθωτικές | επιδιορθωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →