Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διοχετεύω

/ði.o.çeˈte.vo/ρήμα
•
  1. μεταφέρω κάποιο υγρό (ή και κάτι άλλο: π.χ. ηλεκτρικό ρεύμα) και το κατευθύνω μέσω σωληνώσεων, αγωγών ή καναλιών προς κάπου Βικιλεξικό
  2. μεταφέρω κάποιο προϊόν και με το κατάλληλο δίκτυο και οργάνωση το διανέμω όπου πρέπει Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάμεταφέρω ή διαδίδω μια είδηση, πληροφορία κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Παρουσιάζεται παντοῦ, ἔχει γνώμη γιὰ ὅλα, δημοσιοποιεῖ τὴν προσωπικὴ ζωή του, διοχετεύει στὴν δημοσιότητα πτυχὲς πραγμάτων ποὺ τὸν συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική ἐπιπολαιότητα καὶ κινητικότητα, ἐξάπτει τὴν παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρροῶν» καὶ παντοειδῶν «καρφωμάτων». (Ευθύνη, τεύχος 225, Βιβλιοπωλείο Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1990)

Ετυμολογία

διοχετεύω < αρχαία ελληνική διοχετεύω < διά + ὀχετεύω < ὀχετός < ὀχέω < ὄχος

Άλλοι τύποι

διοχετεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →