διπλαρώνω
•
- βρίσκομαι συνεχώς (συνήθως για ιδιοτελείς σκοπούς) δίπλα σε κάποιον Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςπλευρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διπλαρώνω < διπλάρι + -ώνω < διπλός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διπλαρώνω | διπλαρώνεις | διπλαρώνει | διπλαρώνουμε | διπλαρώνετε | διπλαρώνουν / διπλαρώνουνε |
| Παρατατικός | διπλάρωνα | διπλάρωνες | διπλάρωνε | διπλαρώναμε | διπλαρώνατε | διπλάρωναν / διπλαρώναν / διπλαρώνανε |
| Αόριστος | διπλάρωσα | διπλάρωσες | διπλάρωσε | διπλαρώσαμε | διπλαρώσατε | διπλάρωσαν / διπλαρώσαν / διπλαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα διπλαρώνω / θα διπλαρώσω | θα διπλαρώνεις / θα διπλαρώσεις | θα διπλαρώνει / θα διπλαρώσει | θα διπλαρώνουμε / θα διπλαρώσουμε | θα διπλαρώνετε / θα διπλαρώσετε | θα διπλαρώνουν / θα διπλαρώνουνε / θα διπλαρώσουν / θα διπλαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διπλαρώσει | έχεις διπλαρώσει | έχει διπλαρώσει | έχουμε διπλαρώσει | έχετε διπλαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διπλαρώσει | είχες διπλαρώσει | είχε διπλαρώσει | είχαμε διπλαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διπλαρώσει / να διπλαρώνω / να διπλαρώσω | να έχεις διπλαρώσει / να διπλαρώνεις / να διπλαρώσεις | να έχει διπλαρώσει / να διπλαρώνει / να διπλαρώσει | να έχουμε διπλαρώσει / να διπλαρώνουμε / να διπλαρώσουμε | να έχετε διπλαρώσει / να διπλαρώνετε / να διπλαρώσετε | να διπλαρώνουν / να διπλαρώνουνε / να διπλαρώσουν / να διπλαρώσουνε |
| Προστακτική | — | διπλάρωνε / διπλάρωσε | — | — | διπλαρώνετε / διπλαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →