δίπλα
- διπλανός Βικιλεξικό
- κάτι τρέχει με τους δίπλα
- ενδυμασίαη σούρα, η πιέτα Βικιλεξικό
- γλυκόείδος γλυκίσματος παρόμοιο με την τηγανίτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίπλα < διπλά < διπλός < ελληνιστική κοινή διπλός < αρχαία ελληνική διπλόος / διπλοῦς < δύο < πρωτοελληνική *dúwō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwóh₁ (δύο)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →