διπλόμορφος
•
- που εμφανίζεται ή νοείται σε δύο διακριτές μορφές, χωρίς κατʼ ανάγκην διαφορά στη λειτουργία ή στην ουσία του Βικιλεξικό
- γραμματικήπου αφορά ουσιαστικό που διαθέτει δύο καθιερωμένους τύπους, συνήθως άνισους συλλαβικά, οι οποίοι συνυπάρχουν στη χρήση και μπορεί να διαφοροποιούνται σημασιολογικά ή υφολογικά Βικιλεξικό
- Τα ζεύγη γίγας–γίγαντας και δράκος–δράκοντας αποτελούν χαρακτηριστικά διπλόμορφα ουσιαστικά της νέας ελληνικής.
- γραμματικήπου αφορά γλωσσικά στοιχεία που απαντούν με δύο εναλλακτικές φωνητικές ή ορθογραφικές μορφές, χωρίς μεταβολή της βασικής σημασίας Βικιλεξικό
- Οι τύποι παιχνίδι–παιγνίδι λειτουργούν ως φωνητικά διπλόμορφα στην κοινή χρήση.
Ετυμολογία
διπλόμορφος < μεσαιωνική ελληνική διπλόμορφος < αρχαία ελληνική διπλόος / διπλοῦς / διπλός + μορφή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διπλόμορφος | διπλόμορφη | διπλόμορφο |
| Γενική | διπλόμορφου | διπλόμορφης | διπλόμορφου |
| Αιτιατική | διπλόμορφο | διπλόμορφη | διπλόμορφο |
| Κλητική | διπλόμορφε | διπλόμορφη | διπλόμορφο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διπλόμορφοι | διπλόμορφες | διπλόμορφα |
| Γενική | διπλόμορφων | διπλόμορφων | διπλόμορφων |
| Αιτιατική | διπλόμορφους | διπλόμορφες | διπλόμορφα |
| Κλητική | διπλόμορφοι | διπλόμορφες | διπλόμορφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →