Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διπλόμορφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εμφανίζεται ή νοείται σε δύο διακριτές μορφές, χωρίς κατʼ ανάγκην διαφορά στη λειτουργία ή στην ουσία του Βικιλεξικό
  2. γραμματικήπου αφορά ουσιαστικό που διαθέτει δύο καθιερωμένους τύπους, συνήθως άνισους συλλαβικά, οι οποίοι συνυπάρχουν στη χρήση και μπορεί να διαφοροποιούνται σημασιολογικά ή υφολογικά Βικιλεξικό
    • Τα ζεύγη γίγας–γίγαντας και δράκος–δράκοντας αποτελούν χαρακτηριστικά διπλόμορφα ουσιαστικά της νέας ελληνικής.
  3. γραμματικήπου αφορά γλωσσικά στοιχεία που απαντούν με δύο εναλλακτικές φωνητικές ή ορθογραφικές μορφές, χωρίς μεταβολή της βασικής σημασίας Βικιλεξικό
    • Οι τύποι παιχνίδι–παιγνίδι λειτουργούν ως φωνητικά διπλόμορφα στην κοινή χρήση.

Ετυμολογία

διπλόμορφος < μεσαιωνική ελληνική διπλόμορφος < αρχαία ελληνική διπλόος / διπλοῦς / διπλός + μορφή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιπλόμορφοςδιπλόμορφηδιπλόμορφο
Γενικήδιπλόμορφουδιπλόμορφηςδιπλόμορφου
Αιτιατικήδιπλόμορφοδιπλόμορφηδιπλόμορφο
Κλητικήδιπλόμορφεδιπλόμορφηδιπλόμορφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιπλόμορφοιδιπλόμορφεςδιπλόμορφα
Γενικήδιπλόμορφωνδιπλόμορφωνδιπλόμορφων
Αιτιατικήδιπλόμορφουςδιπλόμορφεςδιπλόμορφα
Κλητικήδιπλόμορφοιδιπλόμορφεςδιπλόμορφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →