Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μορφή

/moɾˈfi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εξωτερική όψη, σχήμα κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
    • Δεν αλλάζεις εύκολα έναν από τη φύση του συντηρητικό θεσμό που είναι ο τρόπος γραφής, για να περάσεις σε μια τελείως διαφορετική γραφή και ως μορφή και ως σύστημα: να περάσεις από μια συλλαβογραφική γραφή (τη γραμμική Β) σε μια φθογγογραφική συμφωνογραφική γραφή (το φοινικικό σύστημα) που οι Ελληνες μετέτρεψαν στο πρώτο πραγματικό αλφάβητο. (Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Η συμβολή τού ελληνικού αλφαβήτου στον πολιτισμό μας, tovima.gr 01/11/2014 https://www.tovima.gr/2014/11/01/opinions/i-symboli-toy-ellinikoy-alfabitoy-ston-politismo-mas/)
  2. για κείμενατα στοιχεία που συνθέτουν την εξωτερική όψη ενός κειμένου, σε αντιδιαστολή με το περιεχόμενο Βικιλεξικό
    • Η ομοιοκαταληξία αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της μορφής στην παραδοσιακή ποίηση.
  3. το πρόσωπο του ανθρώπου Βικιλεξικό
    • Ο Καλιγούλας είχε διατάξει να το μεταφέρουν στη Ρώμη και να του αλλάξουν το πρόσωπο δίνοντάς του την μορφή του αυτοκράτορα (από το άρθρο της Βικιπαίδειας Άγαλμα του Ολυμπίου Διός)
  4. άνθρωπος με αναγνωρισμένη προσφορά σε έναν τομέα Βικιλεξικό
    • ο Νικόλαος Πολίτης υπήρξε σπουδαία μορφή των νεοελληνικών γραμμάτων.

Ετυμολογία

μορφή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μορφή : (άνθρωπος με προσφορά) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική figure και σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Gestalt : (μορφή κειμένου) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική forme και σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Gestalt

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμορφήμορφές
Γενικήμορφήςμορφών
Αιτιατικήμορφήμορφές
Κλητικήμορφήμορφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →