Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διπροσωπία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο να είναι κάποιος διπρόσωπος, η ιδιότητα του διπρόσωπου Βικιλεξικό
  2. δολιότητα, ανειλικρίνεια, πανουργία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διπροσωπία < μεσαιωνική ελληνική διπροσωπία < ελληνιστική κοινή διπρόσωπος < δι- (< δύο) + αρχαία ελληνική πρόσωπον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιπροσωπίαδιπροσωπίες
Γενικήδιπροσωπίαςδιπροσωπιών
Αιτιατικήδιπροσωπίαδιπροσωπίες
Κλητικήδιπροσωπίαδιπροσωπίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →