Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόσωπο

/ˈpɾo.so.po/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανθρώπινο σώματο μπροστινό μέρος του κεφαλιού Βικιλεξικό
    • Τα μάτια, η μύτη και το στόμα βρίσκονται στο πρόσωπο.
  2. άνθρωπος, άτομο Βικιλεξικό
    • Το τραπέζι ήταν στρωμένο για δυο πρόσωπα. (⌘ Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες - Αριάγνη, [μυθιστόρημα], 1962)
  3. γραμματικήγραμματικός όρος που δείχνει ποιος ενεργεί Βικιλεξικό
    • για τα νέα ελληνικά: α΄ πρόσωπο (πρώτο πρόσωπο - εγώ, εμείς), β΄ πρόσωπο (δεύτερο πρόσωπο - εσύ, εσείς), γ΄ πρόσωπο (τρίτο πρόσωπο - αυτός, αυτή, αυτό, αυτοί, αυτές, αυτά)
  4. με άρθρο: «το πρόσωπο», ο σύντροφος Βικιλεξικό
    • Για να μάθει το πρόσωπο, άρα και όλη η οικουμένη, τα σχετικά σας. Πως κάποιος νοιάζεται τα Φοιβάκια, όχι σαν τώρα με τον τοίχο τον ονλάιν, μα αφού σου το 'πα βρε κουτό. Που δεν σου το 'πα, αλλά σου το έστειλα καρδιά στο ταϊμλάιν. Εμότικον και κλάιν μάιν. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

πρόσωπο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πρόσωπον < πρός + ὤψ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόσωποπρόσωπα
Γενικήπροσώπου / πρόσωπουπροσώπων
Αιτιατικήπρόσωποπρόσωπα
Κλητικήπρόσωποπρόσωπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →