Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δισκογραφία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λίστα με δίσκους μουσικής, σύνολο δίσκων ενός καλλιτέχνη ή μιας χώρας Βικιλεξικό
    • Η ελληνική δισκογραφία
    • Η δισκογραφία του Μάνου Χατζιδάκι
  2. εγγραφή σε δίσκο Βικιλεξικό
    • Ασχολείται με τη δισκογραφία
  3. ιατρικήεπεμβατική εξέταση των μεσοσπονδύλιων δίσκων (ετυμολογείται από τη λεξη discography) Βικιλεξικό
    • Η εξέταση της δισκογραφίας γίνεται με χορήγηση αναισθησίας

Ετυμολογία

δισκογραφία < δισκο- + -γραφία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδισκογραφίαδισκογραφίες
Γενικήδισκογραφίαςδισκογραφιών
Αιτιατικήδισκογραφίαδισκογραφίες
Κλητικήδισκογραφίαδισκογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →