δισκογραφικός
•
- που έχει σχέση με τη δισκογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δισκογραφικός < δισκογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δισκογραφικός | δισκογραφική | δισκογραφικό |
| Γενική | δισκογραφικού | δισκογραφικής | δισκογραφικού |
| Αιτιατική | δισκογραφικό | δισκογραφική | δισκογραφικό |
| Κλητική | δισκογραφικέ | δισκογραφική | δισκογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δισκογραφικοί | δισκογραφικές | δισκογραφικά |
| Γενική | δισκογραφικών | δισκογραφικών | δισκογραφικών |
| Αιτιατική | δισκογραφικούς | δισκογραφικές | δισκογραφικά |
| Κλητική | δισκογραφικοί | δισκογραφικές | δισκογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →