Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δισκογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη δισκογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δισκογραφικός < δισκογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισκογραφικόςδισκογραφικήδισκογραφικό
Γενικήδισκογραφικούδισκογραφικήςδισκογραφικού
Αιτιατικήδισκογραφικόδισκογραφικήδισκογραφικό
Κλητικήδισκογραφικέδισκογραφικήδισκογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισκογραφικοίδισκογραφικέςδισκογραφικά
Γενικήδισκογραφικώνδισκογραφικώνδισκογραφικών
Αιτιατικήδισκογραφικούςδισκογραφικέςδισκογραφικά
Κλητικήδισκογραφικοίδισκογραφικέςδισκογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →