διστάζω
•
- το να μην είμαι σίγουρος/-η, ώστε να μην καταλήξω σε μια απόφαση Βικιλεξικό
- "Γιατί διστάζεις;" ρώτησε ο Νικήτας που μ' έβλεπε αναποφάσιστη. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Ετυμολογία
διστάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διστάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διστάζω | διστάζεις | διστάζει | διστάζουμε | διστάζετε | διστάζουν / διστάζουνε |
| Παρατατικός | δίσταζα | δίσταζες | δίσταζε | διστάζαμε | διστάζατε | δίσταζαν / διστάζαν / διστάζανε |
| Αόριστος | δίστασα | δίστασες | δίστασε | διστάσαμε | διστάσατε | δίστασαν / διστάσαν / διστάσανε |
| Μέλλοντας | θα διστάζω / θα διστάσω | θα διστάζεις / θα διστάσεις | θα διστάζει / θα διστάσει | θα διστάζουμε / θα διστάσουμε | θα διστάζετε / θα διστάσετε | θα διστάζουν / θα διστάζουνε / θα διστάσουν / θα διστάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διστάσει | έχεις διστάσει | έχει διστάσει | έχουμε διστάσει | έχετε διστάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διστάσει | είχες διστάσει | είχε διστάσει | είχαμε διστάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διστάσει / να διστάζω / να διστάσω | να έχεις διστάσει / να διστάζεις / να διστάσεις | να έχει διστάσει / να διστάζει / να διστάσει | να έχουμε διστάσει / να διστάζουμε / να διστάσουμε | να έχετε διστάσει / να διστάζετε / να διστάσετε | να διστάζουν / να διστάζουνε / να διστάσουν / να διστάσουνε |
| Προστακτική | — | δίσταζε / δίστασε | — | — | διστάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διστάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →