Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διστομίαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κτηνιατρικήπαρασιτική λοίμωξη του ήπατος και των χοληφόρων οδών, η οποία προκαλείται από την εγκατάσταση τρηματωδών ελμίνθων στον οργανισμό και προσβάλλει κυρίως τα μηρυκαστικά, χωρίς ωστόσο να εξαιρείται ο άνθρωπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διστομίαση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική distomiasis < αρχαία ελληνική δι- + στόμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιστομίασηδιστομιάσεις
Γενικήδιστομίασηςδιστομιάσεων
Αιτιατικήδιστομίασηδιστομιάσεις
Κλητικήδιστομίασηδιστομιάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →