δισυπόστατος
•
- που έχει δύο υποστάσεις Βικιλεξικό
- Αφού ήμουν στην Αθήνα χτες, πώς λες ότι με είδες στην Κόρινθο; Δεν είμαι δισυπόστατος!
- η δισυπόστατη φύση του ανθρώπου: σώμα και ψυχή
Ετυμολογία
δισυπόστατος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική δισυπόστατος. Συγχρονικά αναλύεται σε δισ- (δύο φορές) + υποστατός (υπόστα(ση) <υφίσταμαι) + -τος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δισυπόστατος | δισυπόστατη | δισυπόστατο |
| Γενική | δισυπόστατου | δισυπόστατης | δισυπόστατου |
| Αιτιατική | δισυπόστατο | δισυπόστατη | δισυπόστατο |
| Κλητική | δισυπόστατε | δισυπόστατη | δισυπόστατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δισυπόστατοι | δισυπόστατες | δισυπόστατα |
| Γενική | δισυπόστατων | δισυπόστατων | δισυπόστατων |
| Αιτιατική | δισυπόστατους | δισυπόστατες | δισυπόστατα |
| Κλητική | δισυπόστατοι | δισυπόστατες | δισυπόστατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →