Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δισυπόστατος

/ði.siˈpo.sta.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει δύο υποστάσεις Βικιλεξικό
    • Αφού ήμουν στην Αθήνα χτες, πώς λες ότι με είδες στην Κόρινθο; Δεν είμαι δισυπόστατος!
    • η δισυπόστατη φύση του ανθρώπου: σώμα και ψυχή

Ετυμολογία

δισυπόστατος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική δισυπόστατος. Συγχρονικά αναλύεται σε δισ- (δύο φορές) + υποστατός (υπόστα(ση) <υφίσταμαι) + -τος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισυπόστατοςδισυπόστατηδισυπόστατο
Γενικήδισυπόστατουδισυπόστατηςδισυπόστατου
Αιτιατικήδισυπόστατοδισυπόστατηδισυπόστατο
Κλητικήδισυπόστατεδισυπόστατηδισυπόστατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισυπόστατοιδισυπόστατεςδισυπόστατα
Γενικήδισυπόστατωνδισυπόστατωνδισυπόστατων
Αιτιατικήδισυπόστατουςδισυπόστατεςδισυπόστατα
Κλητικήδισυπόστατοιδισυπόστατεςδισυπόστατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →