Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δισχιδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοδιχαλωτός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δισχιδής < αρχαία ελληνική δισχιδής < (δίς) δί- + -σχιδής (σχίζω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισχιδήςδισχιδήςδισχιδές
Γενικήδισχιδούςδισχιδούςδισχιδούς
Αιτιατικήδισχιδήδισχιδήδισχιδές
Κλητικήδισχιδή / δισχιδήςδισχιδήςδισχιδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδισχιδείςδισχιδείςδισχιδή
Γενικήδισχιδώνδισχιδώνδισχιδών
Αιτιατικήδισχιδείςδισχιδείςδισχιδή
Κλητικήδισχιδείςδισχιδείςδισχιδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →