διυλίζω
•
- αφαιρώ τις προσμείξεις από ένα υγρό, φιλτράρω Βικιλεξικό
- αναλύω κάτι με επιμονή και σχολαστικότητα Βικιλεξικό
- διυλίζω τον κώνωπα και καταπίνω την κάμηλον
Ετυμολογία
διυλίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διυλίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διυλίζω | διυλίζεις | διυλίζει | διυλίζουμε | διυλίζετε | διυλίζουν / διυλίζουνε |
| Παρατατικός | διύλιζα | διύλιζες | διύλιζε | διυλίζαμε | διυλίζατε | διυλίζαν / διυλίζανε / διύλιζαν |
| Αόριστος | διύλισα | διύλισες | διύλισε | διυλίσαμε | διυλίσατε | διυλίσαν / διυλίσανε / διύλισαν |
| Μέλλοντας | θα διυλίζω / θα διυλίσω | θα διυλίζεις / θα διυλίσεις | θα διυλίζει / θα διυλίσει | θα διυλίζουμε / θα διυλίσουμε | θα διυλίζετε / θα διυλίσετε | θα διυλίζουν / θα διυλίζουνε / θα διυλίσουν / θα διυλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διυλίσει | έχεις διυλίσει | έχει διυλίσει | έχουμε διυλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διυλίσει | είχες διυλίσει | είχε διυλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διυλίσει / να διυλίζω / να διυλίσω | να έχεις διυλίσει / να διυλίζεις / να διυλίσεις | να έχει διυλίσει / να διυλίζει / να διυλίσει | να έχουμε διυλίσει / να διυλίζουμε / να διυλίσουμε | να διυλίζετε / να διυλίσετε | να διυλίζουν / να διυλίζουνε / να διυλίσουν / να διυλίσουνε |
| Προστακτική | — | διύλιζε / διύλισε | — | — | διυλίζετε / διυλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διυλίστηκαδιυλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →