διυπουργικός
•
- που έχει σχέση ή αποτελείται από υπουργούς πολλών διαφορετικών υπουργείων Βικιλεξικό
- Oι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις, η στήριξη των ενεργοβόρων βιομηχανιών, η μείωση του μη μισθολογικού κόστους και το νέο ΕΣΠΑ της περιόδου 2014 - 2020 βρέθηκαν στο τραπέζι της πρώτης διυπουργικής επιτροπής για την βιομηχανική πολιτική. (*)
- ουσιαστικοποιημένοδιυπουργική: ομάδα εργασίας ή επιτροπή αποτελούμενη από πολλούς υπουργούς Βικιλεξικό
- Αν κι η πρόταση συνάντηση διαμόρφωσε την «ατζέντα» της διυπουργικής -έγινε λόγος για «οδικό χάρτη» εξόδου της βιομηχανίας από την κρίση- ωστόσο φαίνεται πως το κλίμα ήταν καλό. (*)
Ετυμολογία
διυπουργικός < (δια-) δι- + υπουργικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική interministériel
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διυπουργικός | διυπουργική | διυπουργικό |
| Γενική | διυπουργικού | διυπουργικής | διυπουργικού |
| Αιτιατική | διυπουργικό | διυπουργική | διυπουργικό |
| Κλητική | διυπουργικέ | διυπουργική | διυπουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διυπουργικοί | διυπουργικές | διυπουργικά |
| Γενική | διυπουργικών | διυπουργικών | διυπουργικών |
| Αιτιατική | διυπουργικούς | διυπουργικές | διυπουργικά |
| Κλητική | διυπουργικοί | διυπουργικές | διυπουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →