διχειλικός
•
- φωνητικήπου αρθρώνεται με τα δύο χείλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διχειλικός < (δις) δι- + χείλ(η) + ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bilabial
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διχειλικός | διχειλική | διχειλικό |
| Γενική | διχειλικού | διχειλικής | διχειλικού |
| Αιτιατική | διχειλικό | διχειλική | διχειλικό |
| Κλητική | διχειλικέ | διχειλική | διχειλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διχειλικοί | διχειλικές | διχειλικά |
| Γενική | διχειλικών | διχειλικών | διχειλικών |
| Αιτιατική | διχειλικούς | διχειλικές | διχειλικά |
| Κλητική | διχειλικοί | διχειλικές | διχειλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →