Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διχειλικός

/ði.çi.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φωνητικήπου αρθρώνεται με τα δύο χείλη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διχειλικός < (δις) δι- + χείλ(η) + ικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bilabial

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιχειλικόςδιχειλικήδιχειλικό
Γενικήδιχειλικούδιχειλικήςδιχειλικού
Αιτιατικήδιχειλικόδιχειλικήδιχειλικό
Κλητικήδιχειλικέδιχειλικήδιχειλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιχειλικοίδιχειλικέςδιχειλικά
Γενικήδιχειλικώνδιχειλικώνδιχειλικών
Αιτιατικήδιχειλικούςδιχειλικέςδιχειλικά
Κλητικήδιχειλικοίδιχειλικέςδιχειλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →