Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διχόνοια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διάσταση απόψεων ή συμφερόντων που υπάρχει ανάμεσα σε δύο μέρη και η συνακόλουθη διχογνωμία και εχθρότητα που προκύπτει απ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διχόνοια < αρχαία ελληνική διχόνοια < δίχα (< δίς) + νόος / νοῦς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιχόνοιαδιχόνοιες
Γενικήδιχόνοιαςδιχονοιών
Αιτιατικήδιχόνοιαδιχόνοιες
Κλητικήδιχόνοιαδιχόνοιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →