ενότητα
•
- η ιδιότητα εκείνη της έλλειψης αποσχιστικών ή διαιρετικών τάσεων Βικιλεξικό
- η συμπεριφορά των υπαλλήλων αυτών χαρακτηρίζεται από μία πρωτοφανή αίσθηση ενότητας
- η εμφάνιση κάποιων προσώπων ή πραγμάτων ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο με κοινά χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
- ειδικότερατο χαρακτηριστικό του (γραπτού ή προφορικού) λόγου κατά το οποίο τα επιμέρους στοιχεία του συνδέονται ή συγκλίνουν προς συγκεκριμένο θεματικό κέντρο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο επιμέρους τμήμα ενός κειμένου με συγκεκριμένο θεματικό κέντρο και αυτοτέλεια Βικιλεξικό
- πληροφορικήή σύνθετη εντολή, είναι αυτοτελές κομμάτι κώδικα (Αγγλ. block) μιας γλώσσας προγραμματισμού, όπως ο κώδικας που περιέχεται σε ένα υποπρόγραμμα. Επεκτείνοντας την έννοια, μπορεί να θεωρηθεί ότι ένα ολόκληρο πρόγραμμα είναι μία ενότητα (block) που περιέχει άλλες μικρότερες ενότητες. Βικιλεξικό
- Στη γλώσσα προγραμματισμού C τα άγκιστρα {...} χρησιμοποιούνται και για να υποδηλώσουν τα όρια (έκταση) μίας ενότητας
Ετυμολογία
ενότητα < αρχαία ελληνική ἑνότης < εἷς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενότητα | ενότητες |
| Γενική | ενότητας | ενοτήτων |
| Αιτιατική | ενότητα | ενότητες |
| Κλητική | ενότητα | ενότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →