Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διωκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη δίωξη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διωκτικός < ελληνιστική κοινή διωκτικός < αρχαία ελληνική διώκω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιωκτικόςδιωκτικήδιωκτικό
Γενικήδιωκτικούδιωκτικήςδιωκτικού
Αιτιατικήδιωκτικόδιωκτικήδιωκτικό
Κλητικήδιωκτικέδιωκτικήδιωκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιωκτικοίδιωκτικέςδιωκτικά
Γενικήδιωκτικώνδιωκτικώνδιωκτικών
Αιτιατικήδιωκτικούςδιωκτικέςδιωκτικά
Κλητικήδιωκτικοίδιωκτικέςδιωκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →