διώκω
•
- καταδιώκω, καταζητώ Βικιλεξικό
- καταπολεμώ Βικιλεξικό
- νομικός όροςφέρνω κάποιον στο δικαστήριο, για να δικαστεί, κινώ τις σχετικές διαδικασίες Βικιλεξικό
- εναντιώνομαι με συγκεκριμένες πράξεις σε άτομα με διαφορετικές απόψεις ή πεποιθήσεις Βικιλεξικό
- εφαρμόζω μέτρα πειθαρχικού ελέγχου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διώκω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διώκω < δίω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dih₁- (κινώ γρήγορα)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Παρατατικός | διωκόμουνα | διωκόσουνα | διωκότανε | — | διωκόσαστε | διωκόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | διωχτήκαν / διωχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα διωχτώ | θα διωχτείς | θα διωχτεί | θα διωχτούμε | θα διωχτείτε | θα διωχτούν / θα διωχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω διωχτεί | έχεις διωχτεί | έχει διωχτεί | έχουμε διωχτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διωχτεί | είχες διωχτεί | είχε διωχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διωχτεί / να διωχτώ | να έχεις διωχτεί / να διωχτείς | να έχει διωχτεί / να διωχτεί | να έχουμε διωχτεί / να διωχτούμε | να διωχτείτε | να διωχτούν / να διωχτούνε |
| Προστακτική | — | διώξου | — | — | διωχτείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διώκομαι | διώκεσαι | διώκεται | διωκόμαστε | διώκεστε | διώκονται |
| Παρατατικός | διωκόμουν | διωκόσουν | διωκόταν | διωκόμασταν / διωκόμαστε | διωκόσασταν | διώκονταν |
| Αόριστος | διώχτηκα | διώχτηκες | διώχτηκε | διωχτήκαμε | διωχτήκατε | διώχτηκαν |
| Μέλλοντας | θα διώκομαι | θα διώκεσαι | θα διώκεται | θα διωκόμαστε | θα διώκεστε | θα διώκονται |
| Υποτακτική | να διώκομαι | να διώκεσαι | να διώκεται | να διωκόμαστε | να διώκεστε | να διώκονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | διώκεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →