διωματάρα
•
- θηλυκό του διωματάρης: ναζιάρα, παιχνιδιάρα και φιλάρεσκη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διωματάρα < διωματάρ(ης) + κατάληξη θηλυκού -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διωματάρα | διωματάρες |
| Γενική | διωματάρας | — |
| Αιτιατική | διωματάρα | διωματάρες |
| Κλητική | διωματάρα | διωματάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →