διώμα
•
- η ομορφιά, το καμάρι, καμάρωμα Βικιλεξικό
- Απόσπασμα από δημοτικό τραγούδι.
- γενικότερατο παράστημα Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Β΄ στίχ. 1160 (1158-1160) αρχική έκδοση: 1938
Ετυμολογία
διώμα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διῶμα < ἰδίωμα < ελληνιστική κοινή ἰδίωμα < ἰδιόω < αρχαία ελληνική ἴδιος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →