διόραση
•
- η διαδικασία και το αποτέλεσμα του διορώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διόραση < διορώ + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) :Πρότυπο:ετυμ en clairvoyance)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διόραση | διοράσεις |
| Γενική | διόρασης | διοράσεων |
| Αιτιατική | διόραση | διοράσεις |
| Κλητική | διόραση | διοράσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →