δογματίζω
•
- μιλάω με δογματικό τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δογματίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δογματίζω & λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dogmatiser< υστερολατινική dogmatizo < (ελληνιστική κοινή) δογματίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δογματίζω | δογματίζεις | δογματίζει | δογματίζουμε | δογματίζετε | δογματίζουν / δογματίζουνε |
| Παρατατικός | δογμάτιζα | δογμάτιζες | δογμάτιζε | δογματίζαμε | δογματίζατε | δογμάτιζαν / δογματίζαν / δογματίζανε |
| Αόριστος | δογμάτισα | δογμάτισες | δογμάτισε | δογματίσαμε | δογματίσατε | δογμάτισαν / δογματίσαν / δογματίσανε |
| Μέλλοντας | θα δογματίζω / θα δογματίσω | θα δογματίζεις / θα δογματίσεις | θα δογματίζει / θα δογματίσει | θα δογματίζουμε / θα δογματίσουμε | θα δογματίζετε / θα δογματίσετε | θα δογματίζουν / θα δογματίζουνε / θα δογματίσουν / θα δογματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δογματίσει | έχεις δογματίσει | έχει δογματίσει | έχουμε δογματίσει | έχετε δογματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δογματίσει | είχες δογματίσει | είχε δογματίσει | είχαμε δογματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δογματίσει / να δογματίζω / να δογματίσω | να έχεις δογματίσει / να δογματίζεις / να δογματίσεις | να έχει δογματίσει / να δογματίζει / να δογματίσει | να έχουμε δογματίσει / να δογματίζουμε / να δογματίσουμε | να έχετε δογματίσει / να δογματίζετε / να δογματίσετε | να δογματίζουν / να δογματίζουνε / να δογματίσουν / να δογματίσουνε |
| Προστακτική | — | δογμάτιζε / δογμάτισε | — | — | δογματίζετε / δογματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →