δόγμα
•
- μια θεμελιώδης αρχή ενός φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συστήματος Βικιλεξικό
- Στηρίζονται όλα στο απλό δόγμα για βολεψιματίες «εμείς να είμαστε καλά κι όλα τα άλλα περαστά…». (Η μεγαλύτερη ξεφτίλα: Όταν τα φίδια ζουν ακέφαλα, 22/1/2019, αναφέρεται ως πηγή tanea.gr https://maxmag.gr/politismos/philosofia/megalyteri-xeftila-otan-ta-fidia-zoyn-akefala/)
- θρησκείατο σύνολο των δοξασιών μιας θρησκευτικής πίστης, το οποίο οι οπαδοί της αποδέχονται ως αληθινό και αναμφισβήτητο Βικιλεξικό
- (εκκλησιαστικός όρος) η απόφαση που λαμβάνεται σε θέματα πίστης και η οποία γίνεται γενικά παραδεκτή από το σύνολο των πιστών
- πολιτικήη θεμελιώδης καταστατική αρχή ενός πολιτικού κόμματος ή παράταξης. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δόγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δόγμα < δοκέω, δοκῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δόγμα | δόγματα |
| Γενική | δόγματος | δογμάτων |
| Αιτιατική | δόγμα | δόγματα |
| Κλητική | δόγμα | δόγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →