δογματισμός
•
- η τυφλή προσκόλληση σε δόγματα, χωρίς κριτική σκέψη και χωρίς αποδείξεις Βικιλεξικό
- Έχουμε Θρησκεία. Κεράκια, εικόνες, λιβανίσματα, σταυροκοπήματα, μετανίσματα απλά, μετανίσματα με ουρά. Δογματισμός, στείρωση πνευματική, αναχρονισμός, μεγαλορημοσύνη, διδασκαλία «απ'άμβωνος», υποκρισία (καμιά φορά). Παπαδισμός. (εφημ. Ταχυδρόμος, αρ. φύλλου 1846, Μυτιλήνη, 19//1/1931 http://dspace.cplm.gr/bitstream/handle/123456789/20995/19-11-1931.pdf?sequence=1)
- διατύπωση απόλυτων απόψεων Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαη φιλοσοφική θεωρία που αποδέχεται το δυνατό της απόλυτης γνώσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δογματισμός < γαλλική dogmatisme < dogmatiser < dogme < λατινική dogma < αρχαία ελληνική δόγμα < δοκέω (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δογματισμός | δογματισμοί |
| Γενική | δογματισμού | δογματισμών |
| Αιτιατική | δογματισμό | δογματισμούς |
| Κλητική | δογματισμέ | δογματισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →