δοιάκι
•
- ναυτικός όροςο μοχλός με τον οποίο στρέφει κάποιος το πηδάλιο μιας βάρκας ή καϊκιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοιάκι < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική οἴαξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δοιάκι | δοιάκια |
| Γενική | δοιακιού | δοιακιών |
| Αιτιατική | δοιάκι | δοιάκια |
| Κλητική | δοιάκι | δοιάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →