δολιεύομαι
•
- εξαπατώ, μηχανεύομαι, χρησιμοποιώ δόλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δολιεύομαι < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική δόλιος < δόλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δολιεύομαι | δολιεύεσαι | δολιεύεται | δολιευόμαστε | δολιεύεστε | δολιεύονται |
| Παρατατικός | δολιευόμουν / δολιευόμουνα | δολιευόσουν / δολιευόσουνα | δολιευόταν / δολιευότανε | δολιευόμασταν / δολιευόμαστε | δολιευόσασταν / δολιευόσαστε | δολιευόντουσαν / δολιεύονταν |
| Αόριστος | δολιεύτηκα | δολιεύτηκες | δολιεύτηκε | δολιευτήκαμε | δολιευτήκατε | δολιευτήκαν / δολιευτήκανε / δολιεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα δολιευτώ / θα δολιεύομαι | θα δολιευτείς / θα δολιεύεσαι | θα δολιευτεί / θα δολιεύεται | θα δολιευτούμε / θα δολιευόμαστε | θα δολιευτείτε / θα δολιεύεστε | θα δολιευτούν / θα δολιευτούνε / θα δολιεύονται |
| Παρακείμενος | έχω δολιευτεί | έχεις δολιευτεί | έχει δολιευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δολιευτεί | είχες δολιευτεί | είχε δολιευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δολιευτεί / να δολιευτώ / να δολιεύομαι | να έχεις δολιευτεί / να δολιευτείς / να δολιεύεσαι | να έχει δολιευτεί / να δολιευτεί / να δολιεύεται | να δολιευτούμε / να δολιευόμαστε | να δολιευτείτε / να δολιεύεστε | να δολιευτούν / να δολιευτούνε / να δολιεύονται |
| Προστακτική | — | δολιεύου / δολιεύσου | — | — | δολιευτείτε / δολιεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →