Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δόλος

/ˈðo.los/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τρόπος ή μέσο εξαπάτησης ή παραπλάνησης κάποιου Βικιλεξικό
    • εξυφαίνω δόλο εναντίον κάποιου
    • Ο Σατανάς κατήντησε να γίνη τεμπέλης. δεν μηχανεύεται πλέον δόλους διά να κερδίση ψυχάς. πηγαίνουν μόνοι τους οι μουστερήδες! 'Αλλοτε ήρχετο κάπου κάπου να μου ζητήση την άδειαν να πειράξη κανέναν, τον Ιώβ, τον Φάουστ.... τώρα ούτε καν καταδέχεται. 'Ασχημη δουλειά! (Χαράλαμπος Άννινος, Ο δεκάλογος εν ουρανοίς, 1920, στο Αττικαί ημέραι)
    • Τὸν κόσμ' ὁ δόλος διοικεῖ κ' ἡ ἄδικ' εἰμαρμένη. Τα πλούτη έχουν οι κακοί, κι εδώ στους βράχους κατοικεί η αρετή κρυμμένη. (Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Ο Κλέφτης)

Ετυμολογία

δόλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δόλος (δόλωμα, απάτη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδόλοςδόλοι
Γενικήδόλουδόλων
Αιτιατικήδόλοδόλους
Κλητικήδόλεδόλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →