Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δολωνίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοτετράγωνο αφαιρετό ιστίο, που στις μπρατσέρες τοποθετείται πάνω από τα ψαθωτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δολωνίδα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδολωνίδαδολωνίδες
Γενικήδολωνίδαςδολωνίδων
Αιτιατικήδολωνίδαδολωνίδες
Κλητικήδολωνίδαδολωνίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →