Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοσάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαo έμπορος, με ή χωρίς κατάστημα, που πουλάει με δόσεις και πληρώνεται σε τακτά διαστήματα πηγαίνοντας, ο ίδιος, στο σπίτι ή το μαγαζί του αγοραστή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δοσάς < δόσ(η) + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδοσάςδοσάδες
Γενικήδοσάδοσάδων
Αιτιατικήδοσάδοσάδες
Κλητικήδοσάδοσάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →