δοσατζής
•
- επάγγελμαο εισπράκτορας δόσης, που μπορεί να είναι ο ίδιος ο πιστωτής ή δοσάς, ή υπάλληλος αυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοσατζής < δόση + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δοσατζής | δοσατζήδες |
| Γενική | δοσατζή | δοσατζήδων |
| Αιτιατική | δοσατζή | δοσατζήδες |
| Κλητική | δοσατζή | δοσατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →