δοσομετρητής
•
- μετρητής των δόσων υγρών ή στερεών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοσομετρητής < δόσ(η) + -ο- + -μετρητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δοσομετρητής | δοσομετρητές |
| Γενική | δοσομετρητή | δοσομετρητών |
| Αιτιατική | δοσομετρητή | δοσομετρητές |
| Κλητική | δοσομετρητή | δοσομετρητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →