Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δοσομετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με δοσομετρητή ή μέτρηση μιας δόσης ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δοσομετρικός < δοσομετρητής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδοσομετρικόςδοσομετρικήδοσομετρικό
Γενικήδοσομετρικούδοσομετρικήςδοσομετρικού
Αιτιατικήδοσομετρικόδοσομετρικήδοσομετρικό
Κλητικήδοσομετρικέδοσομετρικήδοσομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδοσομετρικοίδοσομετρικέςδοσομετρικά
Γενικήδοσομετρικώνδοσομετρικώνδοσομετρικών
Αιτιατικήδοσομετρικούςδοσομετρικέςδοσομετρικά
Κλητικήδοσομετρικοίδοσομετρικέςδοσομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →