δοσομετρικός
•
- που έχει σχέση με δοσομετρητή ή μέτρηση μιας δόσης ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοσομετρικός < δοσομετρητής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δοσομετρικός | δοσομετρική | δοσομετρικό |
| Γενική | δοσομετρικού | δοσομετρικής | δοσομετρικού |
| Αιτιατική | δοσομετρικό | δοσομετρική | δοσομετρικό |
| Κλητική | δοσομετρικέ | δοσομετρική | δοσομετρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δοσομετρικοί | δοσομετρικές | δοσομετρικά |
| Γενική | δοσομετρικών | δοσομετρικών | δοσομετρικών |
| Αιτιατική | δοσομετρικούς | δοσομετρικές | δοσομετρικά |
| Κλητική | δοσομετρικοί | δοσομετρικές | δοσομετρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →