δράκαινα
•
- θηλυκό του δράκος Βικιλεξικό
- μεταφορικάάγρια, επιθετική και ανευχαρίστητη γυναίκα Βικιλεξικό
- θαλασσινό ψάρι, που τρέφεται με άλλα ψάρια, αφού πρώτα τα σκοτώσει με δηλητήριο που εκκρίνει από τα αγκάθια της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δράκαινα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δράκαινα < αρχαία ελληνική δράκαινα (θηλυκό φίδι) (η σημασία για το ψάρι, ελληνιστική) θηλυκό του δράκων + -αινα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δράκαινα | δράκαινες |
| Γενική | δράκαινας | δρακαινών |
| Αιτιατική | δράκαινα | δράκαινες |
| Κλητική | δράκαινα | δράκαινες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →