Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δράπανο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εργαλείοείδος φορητού εργαλείου περιστροφικής μηχανικής κίνησης, στο οποίο προσαρμόζoνται διάφορα εξαρτήματα, όπως τρυπάνια για το τρύπημα υλικών, δίσκοι κοπής ή λείανσης, σβούρες κ.λπ. (μπορεί να είναι χειροκίνητο ή ηλεκτροκίνητο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δράπανο < αρχαία ελληνική δράπανον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδράπανοδράπανα
Γενικήδράπανου / δραπάνουδράπανων / δραπάνων
Αιτιατικήδράπανοδράπανα
Κλητικήδράπανοδράπανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →